Ήταν που ήταν το κλίμα στραβό, ήρθε και η επίταξη να το κάνει ακόμη χειρότερο. Το ότι πρέπει να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα αυτό είναι δεδομένο και επιθυμητό. Όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη π.χ. και η περιουσία αυτών οι οποίοι έριξαν το ζεστό τους χρήμα και αγόρασαν άδειες που τους έδιναν τη δυνατότητα να κάνουν μεταφορικό έργο.Μια χώρα δεν αλλάζει σε λίγους μήνες. Απαιτούνται ήπιες αλλαγές, τις οποίες η κοινωνία θα μπορεί να τις αποδεχθεί, να τις κάνει κτήμα της και να τις χρησιμοποιήσει με σκοπό το συνολικό όφελος - και όχι το ατομικό ή το όφελος των ολίγων. "Δε μαθαίνεις σε γέρικο άλογο νέο βάδισμα" έλεγαν οι παλαιότεροι και είχαν απόλυτο δίκιο. Δεν μπορεί, δεν το αντέχει μια ολόκληρη χώρα να μάθει να λειτουργεί με σύγχρονο τρόπο και να εγκαταλείψει μέσα σε λίγο καιρό νοοτροπίες που είναι ριζωμένες (ακόμη και στο DNA της) δεκαετίες τώρα. Και για την ύπαρξη των νοοτροπιών αυτών υπάρχει συνυπευθυνότητα πολιτών και πολιτικών. Για τα κλεμμένα δεν υπάρχει συνυπευθυνότητα, εκεί η ευθύνη είναι ενός μέρους, και το μέρος αυτό ΔΕΝ είναι οι πολίτες.
Πάντως χθες είδαμε ξανά την προσπάθεια να έρθουν
αντιμέτωπες στον τηλεοπτικό αέρα παραγωγικές τάξεις που πλήττονται από τα μέτρα εφαρμογής του μνημονίου και από τις κινητοποιήσεις.Η τηλεθέαση είναι εξασφαλισμένη μόνο όταν υπάρχει νταβαντούρι, αντιπαράθεση και χάος ενώ σε αφήνουν να μιλήσεις μόνο ένα λεπτό αν είσαι ήπιος στο λόγο σου και προσπαθείς να βγάλεις άκρη με το διάλογο, χωρίς να μπαίνεις στη διαδικασία στείρων αντιπαραθέσεων.
Περισσότερα... »









“Ο πόλεμος γκρεμίζει τη ζωή, η ειρήνη είναι σαν βάλσαμο που την αγάπη χτίζει…” Αυτή τη φράση διάλεξε η Αλεξάνδρα Βλάσση-Θεοδωρικάκου, η γνωστή στους περισσότερους ως Αλέκα, για να ξεκινήσει το παρόν βιβλίο. Και είναι μια φράση που κρύβει μέσα της όλη την ουσία της ζωής της. Για πολλά χρόνια πάλεψε και συνεχίζει να παλεύει για το δίκιο του λαού που, ανήμπορος μπροστά στις βουλές των μεγάλων δυνάμεων, δίνει τη δική του καθημερινή μάχη για την επιβίωση. Μέσα από συνταρακτικά γεγονότα της προσωπικής της ιστορίας, γεγονότα που δύσκολα μπορεί να τα συλλάβει ανθρώπου νους, η συγγραφέας μεταφέρει με έξοχο τρόπο την εποχή πριν την Κατοχή, αλλά και μετά, στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου. Με λόγο απλό, όμως βαθιά συναισθηματικό, περιγράφει την καθημερινή ζωή των κατοίκων του χωριού Μενδενίτσα της Λοκρίδας πριν τον πόλεμο του ‘40, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής και μετά, όταν τα βουνά κατέλαβαν οι αντάρτες και έστρεψε ο αδελφός το όπλο εναντίον του αδελφού. Τότε ήταν που έχασε τους γονείς και την αδελφή της κι έμειναν μόνα τους στον κόσμο τα δυο μικρότερα αδέλφια, οι τελευταίες ρίζες, που αγωνίστηκαν να βρουν εύφορο έδαφος για να απλωθούν και να φτιάξουν τις δικές τους οικογένειες. Εξορίες, φυλακές, διωγμοί, μα πάνω από όλα αυτά η πίστη στο δίκιο του αγώνα και η ελπίδα για ένα καλύτερο, ειρηνικό αύριο.









